ψίαθος

η, ΝΜΑ, και ψίεθος και ως αρσ. ψίαθος, ὁ, Α
(λόγιος τ.) ψάθα
αρχ.
1. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ χαμεύνη και τὸ φυτὸν ἐξ οὗ πλέκεται ψίαθος»
2. παροιμ. «ἐκ τῆς αὐτῆς ψιάθου γεγονώς» — λεγόταν για άνθρωπο που βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με άλλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνειος τεχνικός όρος, πρβλ. τους συνώνυμους τ. τής καλαθοπλεκτικής: γύργαθος, κάλαθος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ψίαθος — a rush mat fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθοις — ψίαθος a rush mat fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθου — ψίαθος a rush mat fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθους — ψίαθος a rush mat fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθων — ψίαθος a rush mat fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθως — ψίαθος a rush mat fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιάθῳ — ψίαθος a rush mat fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψίαθοι — ψίαθος a rush mat fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψίαθον — ψίαθος a rush mat fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • TEGES — Graece ψίαθος, pauperibus pro culcita fuit, uti ad Theophrastum notat Casaubonus. Fiebant illae e phleo, herba palustri et fluvitatili, e qua sportae quoque et vestes texebantur. Unde uti φλοίνη ἐςθὴς, vestis e phleo, apud Herodotum, ubi de… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.